Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reading room
01
αίθουσα ανάγνωσης, βιβλιοθήκη
a space, typically in a library or public institution, designated for reading and studying
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reading rooms



























