ready
rea
ˈrɛ
re
dy
di
di
reedy

Ορισμός και σημασία του "ready"στα αγγλικά

01

έτοιμος,προετοιμασμένος, prepared to do something

physically prepared with everything we might need for a particular task or situation 

up

ready definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
readiest
συγκριτικός βαθμός
readier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She had her backpack packed and was ready for the hiking trip. 

Είχε ετοιμάσει το σακίδιό της και ήταν έτοιμη για την πεζοπορία.

1.1

έτοιμος, προετοιμασμένος

mentally prepared for a situation or activity 
Παραδείγματα
The speaker took a deep breath before stepping onto the stage, feeling ready to address the large audience. 

Ο ομιλητής πήρε μια βαθιά ανάσα πριν ανέβει στη σκηνή, νιώθοντας έτοιμος να απευθυνθεί στο μεγάλο ακροατήριο.

02

έτοιμος, διαθέσιμος

(of especially money) immediately available 
03

έτοιμος, διαθέσιμος

made suitable and available for immediate use 
04

έτοιμος, διαθέσιμος

apprehending and responding with speed and sensitivity 
to ready
01

έτοιμος, μαγειρεύω

prepare for eating by applying heat 
to ready definition and meaning
02

προετοιμάζω, ετοιμάζω

make ready or suitable or equip in advance for a particular purpose or for some use, event, etc 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ready
γ΄ ενικό πρόσωπο
readies
ενεστώτα μετοχή
readying
απλός αόριστος
readied
παθητική μετοχή
readied
01

έτοιμος, ετοιμότητα

poised for action 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store