Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ready
01
έτοιμος,προετοιμασμένος, prepared to do something
physically prepared with everything we might need for a particular task or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
readiest
συγκριτικός βαθμός
readier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She had her backpack packed and was ready for the hiking trip.
Είχε ετοιμάσει το σακίδιό της και ήταν έτοιμη για την πεζοπορία.
1.1
έτοιμος, προετοιμασμένος
mentally prepared for a situation or activity
Παραδείγματα
The speaker took a deep breath before stepping onto the stage, feeling ready to address the large audience.
Ο ομιλητής πήρε μια βαθιά ανάσα πριν ανέβει στη σκηνή, νιώθοντας έτοιμος να απευθυνθεί στο μεγάλο ακροατήριο.
02
έτοιμος, διαθέσιμος
(of especially money) immediately available
03
έτοιμος, διαθέσιμος
made suitable and available for immediate use
04
έτοιμος, διαθέσιμος
apprehending and responding with speed and sensitivity
to ready
01
έτοιμος, μαγειρεύω
prepare for eating by applying heat
02
προετοιμάζω, ετοιμάζω
make ready or suitable or equip in advance for a particular purpose or for some use, event, etc
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ready
γ΄ ενικό πρόσωπο
readies
ενεστώτα μετοχή
readying
απλός αόριστος
readied
παθητική μετοχή
readied
Ready
01
έτοιμος, ετοιμότητα
poised for action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
readily
readiness
unready
ready



























