to readmit
Pronunciation
/ˌɹiədˈmɪt/

Ορισμός και σημασία του "readmit"στα αγγλικά

to readmit
01

επαναλαμβάνω την εισαγωγή, εισάγω ξανά

admit anew
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
readmit
γ΄ ενικό πρόσωπο
readmits
ενεστώτα μετοχή
readmitting
απλός αόριστος
readmitted
παθητική μετοχή
readmitted
02

επαναδέχομαι, επανανοσηλεύω

to accept a patient into a hospital shortly after discharge for a second or subsequent time
03

επανεγγράφω

to allow someone rejoin a club, group, etc.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store