Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to readmit
01
επαναλαμβάνω την εισαγωγή, εισάγω ξανά
admit anew
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
readmit
γ΄ ενικό πρόσωπο
readmits
ενεστώτα μετοχή
readmitting
απλός αόριστος
readmitted
παθητική μετοχή
readmitted
02
επαναδέχομαι, επανανοσηλεύω
to accept a patient into a hospital shortly after discharge for a second or subsequent time
03
επανεγγράφω
to allow someone rejoin a club, group, etc.
Λεξικό Δέντρο
readmit
admit



























