reactor
re
ri:
ri
ac
æk
āk
tor
redactorrector

Ορισμός και σημασία του "reactor"στα αγγλικά

01

αντιδραστήρας, πυρηνικός αντιδραστήρας

a large machine or structure used for producing nuclear energy 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reactors
Παραδείγματα
The nuclear reactor generates electricity by harnessing the energy from nuclear fission. 

Ο αντιδραστήρας παράγει ηλεκτρική ενέργεια αξιοποιώντας την ενέργεια από τη πυρηνική σχάση.

02

πηνίο επαγωγής, αντίσταση αντίδρασης

an electrical component, usually a coil of wire, inserted into an alternating-current circuit to introduce inductive reactance, limit surge currents, and help regulate voltage 
Παραδείγματα
The substation added a series reactor to control fault currents during short-circuit events. 

Ο υποσταθμός πρόσθεσε έναν σειριακό αντιδραστήρα για τον έλεγχο των ρευμάτων βλάβης κατά τη διάρκεια συμβάντων βραχυκυκλώματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store