Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Accountability
01
ευθύνη, υποχρέωση λογοδοσίας
the fact of being responsible for what someone does and being able to explain the reasons
Παραδείγματα
The team leader accepted full accountability for the project's failure.
Ο αρχηγός της ομάδας αποδέχτηκε την πλήρη ευθύνη για την αποτυχία του έργου.
Λεξικό Δέντρο
accountability
accountable
account



























