raw material
Pronunciation
/ɹˈɔː mətˈiəɹɪəl/

Ορισμός και σημασία του "raw material"στα αγγλικά

01

πρώτη ύλη, ακατέργαστο υλικό

a basic substance used in manufacturing or production that has not yet been processed or refined
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
raw materials
Παραδείγματα
Silicon is a vital raw material in electronics for the production of semiconductors and solar panels.
Το πυρίτιο είναι ένα ζωτικό πρώτη ύλη στην ηλεκτρονική για την παραγωγή ημιαγωγών και ηλιακών πάνελ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store