raw material
raw
ˈrɔ:
raw
ma
te
tɪə
tie
rial
riəl
riēl

Ορισμός και σημασία του "raw material"στα αγγλικά

01

πρώτη ύλη, ακατέργαστο υλικό

a basic substance used in manufacturing or production that has not yet been processed or refined 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
raw materials
Παραδείγματα
Timber is a crucial raw material for the construction industry, used to produce various wood products. 

Το πρώτη ύλη είναι ένα κρίσιμο υλικό για τη βιομηχανία κατασκευών, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή διαφόρων ξύλινων προϊόντων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store