raucous
rau
ˈrɔ:
raw
cous
kəs
kēs
streptococcusstaphylococcus

Ορισμός και σημασία του "raucous"στα αγγλικά

01

θορυβώδης, δυσάρεστος

(of a sound) loud, harsh, and unpleasant to the ears 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most raucous
συγκριτικός βαθμός
more raucous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The raucous laughter from the party next door kept her awake all night. 

Οι θορυβώδεις γέλιες από το πάρτι δίπλα την κράτησαν ξύπνια όλη τη νύχτα.

02

θορυβώδης και ακατάστατος, ταραχώδης

marked by wild and disorderly conduct 
Παραδείγματα
The raucous crowd surged forward, ignoring the barriers. 

Το θορυβώδες πλήθος επιτέθηκε προς τα εμπρός, αγνοώντας τα εμπόδια.

Λεξικό Δέντρο

raucously
raucous
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store