ratio
ra
ˈreɪ
rei
tio
ʃiəʊ
shiew
radio

Ορισμός και σημασία του "ratio"στα αγγλικά

01

λόγος, αναλογία

the result of dividing one number, quantity, or expression by another 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ratios
Παραδείγματα
The ratio of 10 to 2 is 5. 

Ο λόγος του 10 προς το 2 είναι 5.

02

αναλογία, λόγος

the relation between two amounts indicating how much larger one value is than the other 
Παραδείγματα
The debt-to-income ratio is a crucial factor in determining a person's creditworthiness. 

Ο λόγος χρέους προς εισόδημα είναι ένας κρίσιμος παράγοντας στον προσδιορισμό της πιστοληπτικής ικανότητας ενός ατόμου.

to ratio
01

to receive significantly more replies or quote tweets than likes on a post, indicating public disagreement or criticism 

αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ratio
γ΄ ενικό πρόσωπο
ratios
ενεστώτα μετοχή
ratioing
απλός αόριστος
ratioed
παθητική μετοχή
ratioed
Παραδείγματα
That tweet got ratioed in just an hour. 

Αυτό το tweet έγινε ratio μέσα σε μία ώρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store