Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rarefied
01
εκλεπτυσμένος, ανυψωμένος
having an elevated quality, either morally or intellectually, that is far above the ordinary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rarefied
συγκριτικός βαθμός
more rarefied
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They discussed philosophy in rarefied terms beyond everyday concerns.
Συζήτησαν φιλοσοφία με εκλεπτυσμένους όρους πέρα από τις καθημερινές ανησυχίες.
Λεξικό Δέντρο
rarefied
rarefy
rare



























