Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rapturously
01
με εκσταση, με αμέριστο ενθουσιασμό
in a way that shows extreme joy, admiration, or intense enthusiasm
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The audience applauded rapturously after the stunning performance.
Το κοινό χειροκρότησε με ενθουσιασμό μετά την εκπληκτική παράσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
rapturously
rapturous
rapture
rapt



























