ransom
ran
ˈræn
rān
som
səm
sēm
random

Ορισμός και σημασία του "ransom"στα αγγλικά

01

λύτρα

an amount of money demanded or paid for the release of a person who is in captivity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ransoms
Παραδείγματα
The kidnappers demanded a large ransom for the safe return of the CEO's daughter. 

Οι απαγωγείς ζήτησαν ένα μεγάλο λύτρωμα για την ασφαλή επιστροφή της κόρης του CEO.

02

λύτρα, απελευθέρωση με λύτρα

the act of releasing someone from captivity, danger, or punishment 
Παραδείγματα
The movie dramatizes the ransom of prisoners during war. 

Η ταινία δραματοποιεί τη λύτρωση των αιχμαλώτων κατά τη διάρκεια του πολέμου.

to ransom
01

εξαγοράζω, πληρώνω λύτρα για

to secure the release of someone or something by paying money, usually under threat 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ransom
γ΄ ενικό πρόσωπο
ransoms
ενεστώτα μετοχή
ransoming
απλός αόριστος
ransomed
παθητική μετοχή
ransomed
Παραδείγματα
They ransomed the kidnapped diplomat after several tense days. 

Εξαγόρασαν τον απαχθέντα διπλωμάτη μετά από αρκετές ημέρες έντασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store