ranting
ran
ˈræn
rān
ting
tɪng
ting
/ɹˈɑːntɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "ranting"στα αγγλικά

01

οργισμένη ομιλία, κατηγορία

angry and uncontrolled complaining or speaking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His online ranting damaged his professional reputation.
Οι παραπομπές του στο διαδίκτυο κατέστρεψαν την επαγγελματική του φήμη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store