Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ransack
01
έρευνα διεξοδική, ψάχνω ενδελεχώς
search thoroughly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ransack
γ΄ ενικό πρόσωπο
ransacks
ενεστώτα μετοχή
ransacking
απλός αόριστος
ransacked
παθητική μετοχή
ransacked
02
έρευνα διεξοδική, λεηλατώ
to search a place thoroughly, often in a rough or disorderly manner, especially with the intention of stealing or causing damage
Παραδείγματα
After the storm, looters ransacked abandoned homes for food and supplies.
Μετά τη θύελλα, οι λεηλάτες λεηλάτησαν εγκαταλελειμμένα σπίτια για τρόφιμα και προμήθειες.
Λεξικό Δέντρο
ransacked
ransacking
ransack



























