Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ransack
01
έρευνα διεξοδική, ψάχνω ενδελεχώς
search thoroughly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ransack
γ΄ ενικό πρόσωπο
ransacks
ενεστώτα μετοχή
ransacking
απλός αόριστος
ransacked
παθητική μετοχή
ransacked
02
έρευνα διεξοδική, λεηλατώ
to search a place thoroughly, often in a rough or disorderly manner, especially with the intention of stealing or causing damage
Παραδείγματα
The burglars ransacked the apartment, looking for valuables.
Οι διαρρήκτες έψαξαν το διαμέρισμα, αναζητώντας πολύτιμα αντικείμενα.
Λεξικό Δέντρο
ransacked
ransacking
ransack



























