Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ramify
01
διακλαδίζομαι, χωρίζομαι
to split into two or more branches, creating a fork-like appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
ramify
γ΄ ενικό πρόσωπο
ramifies
ενεστώτα μετοχή
ramifying
απλός αόριστος
ramified
παθητική μετοχή
ramified
Παραδείγματα
Over time, the technology company 's services began to ramify, offering diverse solutions to different industries.
Με το πέρασμα του χρόνου, οι υπηρεσίες της τεχνολογικής εταιρείας άρχισαν να διακλαδίζονται, προσφέροντας ποικίλες λύσεις σε διαφορετικές βιομηχανίες.
02
διακλαδίζω, διακλαδίζομαι
grow and send out branches or branch-like structures
03
διακλαδίζομαι, έχει πολύπλοκες συνέπειες
have or develop complicating consequences
Λεξικό Δέντρο
ramification
ramify



























