to ramify
ra
ˈræ
rā
mi
mɪ
mi
fy
faɪ
fai
rarifyratify

Ορισμός και σημασία του "ramify"στα αγγλικά

to ramify
01

διακλαδίζομαι, χωρίζομαι

to split into two or more branches, creating a fork-like appearance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
ramify
γ΄ ενικό πρόσωπο
ramifies
ενεστώτα μετοχή
ramifying
απλός αόριστος
ramified
παθητική μετοχή
ramified
Παραδείγματα
As the river flowed downstream, it began to ramify, creating a network of smaller streams and tributaries. 

Καθώς ο ποταμός έρεε προς τα κάτω, άρχισε να διακλαδίζεται, δημιουργώντας ένα δίκτυο μικρότερων ρευμάτων και παραποτάμων.

02

διακλαδίζω, διακλαδίζομαι

grow and send out branches or branch-like structures 
03

διακλαδίζομαι, έχει πολύπλοκες συνέπειες

have or develop complicating consequences 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ramification
ramify
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store