Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ramen
01
ράμεν, ιαπωνικά νουντλς
Japanese noodle dish with wheat noodles, flavorful broth, and various toppings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ramen
Παραδείγματα
Tonight, I am going to make shrimp ramen with cooked shrimp, bok choy, and sesame oil.
Απόψε, θα φτιάξω ramen με γαρίδες με μαγειρεμένες γαρίδες, bok choy και σησαμέλαιο.
02
ζυμαρικά ramen, κριθαροζυμαρικά ramen
long, thin, and curly wheat noodles that are commonly used in making ramen soup dishes



























