rainy season
rai
ˈreɪ
rei
ny
ni
ni
sea
si:
si
son
sʌn
san

Ορισμός και σημασία του "rainy season"στα αγγλικά

01

εποχή των βροχών, βροχερή περίοδος

the time of the year when a region experiences frequent or heavy rainfall 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rainy seasons
Παραδείγματα
Farmers rely on the rainy season for their crops. 

Οι αγρότες βασίζονται στην εποχή των βροχών για τις καλλιέργειές τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store