Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Raindrop
01
σταγόνα βροχής, δάκρυ βροχής
a single droplet of water that falls from the sky
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
raindrops
Παραδείγματα
Raindrops splattered against the windowpane, creating a soothing sound.
Οι σταγόνες βροχής χτυπούσαν στο τζάμι, δημιουργώντας έναν ηρεμιστικό ήχο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
raindrop
rain
drop



























