rage
rage
reɪʤ
reij
rangeravage

Ορισμός και σημασία του "rage"στα αγγλικά

01

οργή, θυμός

great anger that is hard to contain 
rage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rages
Παραδείγματα
His rage was evident when he slammed the door. 

Η οργή του ήταν εμφανής όταν έκλεισε δυνατά την πόρτα.

02

πάθος, εμμονή

something intensely desired or craved 
Παραδείγματα
Success was the rage of his ambitions. 

Η επιτυχία ήταν ο πόθος των φιλοδοξιών του.

03

πυρετός, πάθος

an interest pursued with exaggerated enthusiasm 
Παραδείγματα
That dance trend became the rage on social media. 

Αυτή η τάση χορού έγινε η μανία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

04

οργή, μαίνομαι

a violent or turbulent condition of natural forces 
Παραδείγματα
The rage of the storm shook the windows. 

Η οργή της καταιγίδας τίναξε τα παράθυρα.

to rage
01

οργίζομαι, μαίνομαι

to act violently because one is extremely angry 
Intransitive
to rage definition and meaning
Παραδείγματα
He raged against the unfair treatment, shouting and breaking things in his frustration. 

Έβραζε από θυμό για την άδικη μεταχείριση, φωνάζοντας και σπάζοντας πράγματα στην απογοήτευσή του.

02

μαίνομαι, οργίζομαι

to keep happening with a lot of energy or strength 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rage
γ΄ ενικό πρόσωπο
rages
ενεστώτα μετοχή
raging
απλός αόριστος
raged
παθητική μετοχή
raged
Παραδείγματα
The storm raged all night, causing widespread damage. 

Η καταιγίδα μαίνονταν όλη τη νύχτα, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store