rage
Pronunciation
/ˈɹeɪdʒ/

Ορισμός και σημασία του "rage"στα αγγλικά

01

οργή, θυμός

great anger that is hard to contain
rage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He was shaking with rage when he confronted the driver who hit his car.
Τρέμολοντας από θυμό όταν αντιμετώπισε τον οδηγό που χτύπησε το αυτοκίνητό του.
02

πάθος, εμμονή

something intensely desired or craved
Παραδείγματα
Adventure was the rage of his restless spirit.
Η περιπέτεια ήταν ο πάθος του ανήσυχου πνεύματός του.
03

πυρετός, πάθος

an interest pursued with exaggerated enthusiasm
Παραδείγματα
Virtual pets were the rage in the 90s.
Τα εικονικά κατοικίδια ήταν η μόδα στη δεκαετία του '90.
04

οργή, μαίνομαι

a violent or turbulent condition of natural forces
Παραδείγματα
They sheltered from the rage of the blizzard.
Καταφύγησαν από την οργή της χιονοθύελλας.
to rage
01

οργίζομαι, μαίνομαι

to act violently because one is extremely angry
Intransitive
to rage definition and meaning
Παραδείγματα
He raged when he lost his job.
Οργίστηκε όταν έχασε τη δουλειά του.
02

μαίνομαι, οργίζομαι

to keep happening with a lot of energy or strength
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rage
γ΄ ενικό πρόσωπο
rages
ενεστώτα μετοχή
raging
απλός αόριστος
raged
παθητική μετοχή
raged
Παραδείγματα
The war raged in the region, affecting millions of lives.
Ο πόλεμος μαίνονταν στην περιοχή, επηρεάζοντας εκατομμύρια ζωές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store