Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rack up
01
συσσωρεύω, κερδίζω πόντους
gain points in a game
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
rack
ενεστώτας
rack up
γ΄ ενικό πρόσωπο
racks up
ενεστώτα μετοχή
racking up
απλός αόριστος
racked up
παθητική μετοχή
racked up
02
εφοδιάζω ένα ράφι με τροφή για (άλογα ή άλλα ζώα), γεμίζω ένα ράφι με φαγητό για (άλογα ή άλλα ζώα)
supply a rack with feed for (horses or other animals)
03
συσσωρεύω, συγκεντρώνω
to accumulate or obtain something notable, such as victories, accomplishments, or records
Παραδείγματα
She accumulated several awards for her exceptional contributions to the field.
Συγκέντρωσε πολλά βραβεία για τις εξαιρετικές συνεισφορές της στον τομέα.
04
τοποθετώ σε ράφι, βάζω σε στήριγμα
place in a rack
05
προετοιμάζω μια γραμμή, κάνω μια γραμμή
to prepare a line of powdered drugs for snorting
αργκό
Παραδείγματα
He racked up a line before heading to the party.
Ετοίμασε μια γραμμή πριν πάει στο πάρτι.



























