Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Racketeering
01
συνωμοσία, οργανωμένο έγκλημα
the act of engaging in organized illegal activities, especially for profit through extortion, bribery, or fraud
Παραδείγματα
He was convicted of racketeering after years of illicit business operations.
Καταδικάστηκε για εκβιασμό μετά από χρόνια παράνομων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Λεξικό Δέντρο
racketeering
racketeer



























