Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
quick-witted
01
ευφυής, γρήγορος στην απάντηση
able to respond or react quickly and cleverly, especially in conversation or situations requiring immediate thought
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most quick-witted
συγκριτικός βαθμός
more quick-witted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The quick-witted host kept the talk show moving smoothly, engaging both the guests and the audience.
Ο ευφυής παρουσιαστής κράτησε την εκπομπή να κινείται ομαλά, εμπλέκοντας τόσο τους επισκέπτες όσο και το κοινό.



























