Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
questionable
01
αμφίβολος, αμφισβητήσιμος
doubtful or uncertain in terms of quality, reliability, or legitimacy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most questionable
συγκριτικός βαθμός
more questionable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The accuracy of the information provided in the article was questionable, with no reliable sources cited.
Η ακρίβεια των πληροφοριών που παρέχονται στο άρθρο ήταν αμφίβολη, χωρίς αναφορά σε αξιόπιστες πηγές.
Λεξικό Δέντρο
questionably
unquestionable
questionable
question
quest



























