quake
quake
kweɪk
κουεικ
/kwˈe‍ɪk/

Ορισμός και σημασία του "quake"στα αγγλικά

01

σεισμός, δόνηση

shaking and vibration at the surface of the earth resulting from underground movement along a fault plane or from volcanic activity
quake definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
quakes
to quake
01

τρεμουλιάζω, δονώ

shake with fast, tremulous movements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
quake
γ΄ ενικό πρόσωπο
quakes
ενεστώτα μετοχή
quaking
απλός αόριστος
quaked
παθητική μετοχή
quaked
02

τρεμάμαι, δονώ

shake with seismic vibrations
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store