puzzled
puzzled
pʌzld
pazld

Ορισμός και σημασία του "puzzled"στα αγγλικά

01

μπερδεμένος, σαστισμένος

perplexed or confused by something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most puzzled
συγκριτικός βαθμός
more puzzled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, cognition, expression
Παραδείγματα
He gave a puzzled expression after hearing the confusing news. 

Έκανε μια μπερδεμένη έκφραση αφού άκουσε τα μπερδεμένα νέα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

puzzled
puzzle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store