Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to puzzle
01
μπερδεύω, συγχύζω
to confuse someone, often by presenting something mysterious or difficult to understand
Transitive: to puzzle sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
puzzle
γ΄ ενικό πρόσωπο
puzzles
ενεστώτα μετοχή
puzzling
απλός αόριστος
puzzled
παθητική μετοχή
puzzled
Παραδείγματα
The unusual markings on the artifact puzzled archaeologists.
Οι ασυνήθιστες σημάνσεις στο αντικείμενο μπέρδεψαν τους αρχαιολόγους.
02
απορώ, είμαι μπερδεμένος
to feel unsure or confused about what to do or how to respond in a situation
Intransitive: to puzzle over sth
Παραδείγματα
She puzzled over the decision for hours, unsure of what to choose.
Σκόνταψε για ώρες πάνω στην απόφαση, μη βέβαιη για το τι να επιλέξει.
Puzzle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
puzzles
Παραδείγματα
The escape room puzzle required teamwork and quick thinking to solve the clues and escape before time ran out.
Το παζλ του δωματίου διαφυγής απαιτούσε ομαδικότητα και γρήγορη σκέψη για να λυθούν τα στοιχεία και να διαφύγουν πριν τελειώσει ο χρόνος.
02
αίνιγμα, παζλ
a particularly baffling problem that is said to have a correct solution
Λεξικό Δέντρο
puzzled
puzzlement
puzzler
puzzle



























