putz
putz
pʊts
poots
gutsnutsklutz

Ορισμός και σημασία του "putz"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a foolish, inept, or contemptible person 
putz definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
That putz forgot his keys again. 

Αυτός ο putz ξέχασε πάλι τα κλειδιά του.

02

πούτσος, πέος

the male genitalia 
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
putzes
Παραδείγματα
He got hit in the putz by accident. 

Χτυπήθηκε στο πέος κατά λάθος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store