to putt
Pronunciation
/ˈpət/

Ορισμός και σημασία του "putt"στα αγγλικά

to putt
01

κάνω πατ, χτυπώ την μπάλα απαλά

to gently hit the golf ball towards the hole on the green
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
putt
γ΄ ενικό πρόσωπο
putts
ενεστώτα μετοχή
putting
απλός αόριστος
putted
παθητική μετοχή
putted
Παραδείγματα
He putt for a birdie on the last hole.
Έκανε ένα putt για ένα μπέρντι στο τελευταίο τρύπα.
02

χτυπώ ένα πάτ, κάνω ένα πάτ

hit a putt
01

putt, χτύπημα με το putter

hitting a golf ball that is on the green using a putter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
putts

Λεξικό Δέντρο

putter
putting
putt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store