Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to putt
01
κάνω πατ, χτυπώ την μπάλα απαλά
to gently hit the golf ball towards the hole on the green
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
putt
γ΄ ενικό πρόσωπο
putts
ενεστώτα μετοχή
putting
απλός αόριστος
putted
παθητική μετοχή
putted
Παραδείγματα
He putt for a birdie on the last hole.
Έκανε ένα putt για ένα μπέρντι στο τελευταίο τρύπα.
02
χτυπώ ένα πάτ, κάνω ένα πάτ
hit a putt
Putt
01
putt, χτύπημα με το putter
hitting a golf ball that is on the green using a putter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
putts
Λεξικό Δέντρο
putter
putting
putt



























