Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put forward
01
προτείνω, υποβάλλω
to present an idea, suggestion, etc. to be discussed
Transitive: to put forward an idea or suggestion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
forward
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put forward
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts forward
ενεστώτα μετοχή
putting forward
απλός αόριστος
put forward
παθητική μετοχή
put forward
Παραδείγματα
She put forward a new plan to increase sales.
Πρότεινε ένα νέο σχέδιο για αύξηση των πωλήσεων.
02
προτείνω, υποψηφιοθετώ
to nominate someone for a particular position
Transitive: to put forward sb
Παραδείγματα
The party put forward Maria as their candidate for the presidency.
Το κόμμα πρότεινε τη Μαρία ως υποψήφια για την προεδρία.
03
παρουσιάζω, δείχνω
to display a magical trick or effect
Transitive: to put forward a magic trick
Παραδείγματα
The conjurer put forward a mystifying act, making objects disappear and reappear with a wave of his wand.
Ο μάγος παρουσίασε μια μυστηριώδη πράξη, κάνοντας αντικείμενα να εξαφανίζονται και να επανεμφανίζονται με ένα κύμα του ραβδιού του.
04
προωθώ, μεταφέρω νωρίτερα
to reschedule an event to an earlier date or time than originally planned
Transitive: to put forward an event
Παραδείγματα
The committee put the deadline forward, so we need to finish our tasks sooner.
Η επιτροπή προχώρησε την προθεσμία, οπότε πρέπει να ολοκληρώσουμε τις εργασίες μας νωρίτερα.
05
προωθώ, προωθώ το ρολόι
to adjust a clock or watch to show a later time
Dialect
British
Transitive: to put forward a clock or watch
Παραδείγματα
The entire country puts their clocks forward in April to make the most of the daylight.
Ολόκληρη η χώρα προωθεί τα ρολόγια της τον Απρίλιο για να αξιοποιήσει στο μέγιστο το φως της ημέρας.



























