Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pusillanimous
01
δειλός, αποφασιστικός
having a lack of courage or determination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pusillanimous
συγκριτικός βαθμός
more pusillanimous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
character, behavior, psychology
Παραδείγματα
His pusillanimous response to the criticism made it clear he lacked confidence.
Η δειλή του απάντηση στις κριτικές έκανε σαφές ότι του έλειπε η αυτοπεποίθηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pusillanimously
pusillanimousness
pusillanimous
pusillanim



























