pusillanimous
pu
ˌpju:
πγου
si
σι
lla
ˈlæ
λαι
ni
νι
mous
məs
μασ
magnanimousunanimous

Ορισμός και σημασία του "pusillanimous"στα αγγλικά

pusillanimous
01

δειλός, αποφασιστικός

having a lack of courage or determination 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pusillanimous
συγκριτικός βαθμός
more pusillanimous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
character, behavior, psychology
Παραδείγματα
His pusillanimous response to the criticism made it clear he lacked confidence. 

Η δειλή του απάντηση στις κριτικές έκανε σαφές ότι του έλειπε η αυτοπεποίθηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pusillanimously
pusillanimousness
pusillanimous
pusillanim
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store