Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pursuit
01
ψυχαγωγία, χόμπι
a diversion that occupies one's time and thoughts (usually pleasantly)
02
κυνήγι, βοηθητική δραστηριότητα
an auxiliary activity
03
κυνηγητό, καταδίωξη
the act of chasing, trying to catch, or going after something or someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
In pursuit of excellence, the company constantly updates its training programs.
Στην επιδίωξη της αριστείας, η εταιρεία ενημερώνει συνεχώς τα προγράμματά της κατάρτισης.
04
αναζήτηση, επιδίωξη
a search for an alternative that meets cognitive criteria



























