Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bandy
01
ανταλλάσσω, πετώ μπρος πίσω
to toss something, especially a ball, back and forth, as in a game or casual exchange
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bandy
γ΄ ενικό πρόσωπο
bandies
ενεστώτα μετοχή
bandying
απλός αόριστος
bandied
παθητική μετοχή
bandied
Παραδείγματα
The game involved bandying a small wooden disc.
Το παιχνίδι περιλάμβανε το ρίξιμο ενός μικρού ξύλινου δίσκου μπρος-πίσω.
02
ανταλλάσσω, συζητώ
to casually and informally discuss something
Παραδείγματα
Rumors were bandied without any evidence.
Οι φήμες κυκλοφόρησαν χωρίς καμία απόδειξη.
03
ανταλλάσσουν χτυπήματα, μαλώνουν
to trade physical blows
Παραδείγματα
The fighters will bandy kicks and jabs in the ring.
Οι μαχητές θα ανταλλάσσουν κλωτσιές και jab στο ρινγκ.
bandy
01
στραβοπόδαρος, με τα πόδια κυρτά προς τα έξω
having legs that bow outward at the knees, causing the feet to sit closer together than the thighs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bandiest
συγκριτικός βαθμός
bandier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The horseman's bandy posture was unmistakable.
Η κυρτή στάση του αναβάτη ήταν αναμφισβήτητη.
Bandy
01
bandy, χόκεϊ επί πάγου με μπάλα
a team sport similar to ice hockey, played on ice with a ball instead of a puck
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He enjoys watching bandy tournaments on TV.
Απολαμβάνει να βλέπει τουρνουά bandy στην τηλεόραση.



























