Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
purposefully
01
σκοπίμως, με σκοπό
in a manner that serves a specific aim or useful function
Παραδείγματα
The architect used space purposefully to enhance both beauty and function.
Ο αρχιτέκτονας χρησιμοποίησε τον χώρο σκοπίμως για να ενισχύσει τόσο την ομορφιά όσο και τη λειτουργία.
1.1
σκόπιμα, εκ προθέσεως
with full awareness of the intention behind an action
Παραδείγματα
She purposefully chose a neutral tone to avoid stirring emotion.
Επιλέξει σκοπίμως ένα ουδέτερο ύφος για να αποφύγει να προκαλέσει συναισθήματα.
Λεξικό Δέντρο
purposefully
purposeful
purpose



























