purposeful
pur
ˈpɜr
περρ
pose
pəs
πασ
ful
fəl
φαλ
/pˈɜːpəsfə‍l/

Ορισμός και σημασία του "purposeful"στα αγγλικά

purposeful
01

σκόπιμος, αποφασιστικός

having a clear aim or intention
purposeful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most purposeful
συγκριτικός βαθμός
more purposeful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The architect designed the building with purposeful attention to detail, emphasizing both form and function.
Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε το κτίριο με σκόπιμη προσοχή στη λεπτομέρεια, τονίζοντας τόσο τη μορφή όσο και τη λειτουργία.

Λεξικό Δέντρο

purposefully
purposefulness
purposeful
purpose
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store