Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
purposeful
01
σκόπιμος, αποφασιστικός
having a clear aim or intention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most purposeful
συγκριτικός βαθμός
more purposeful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The architect designed the building with purposeful attention to detail, emphasizing both form and function.
Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε το κτίριο με σκόπιμη προσοχή στη λεπτομέρεια, τονίζοντας τόσο τη μορφή όσο και τη λειτουργία.
Λεξικό Δέντρο
purposefully
purposefulness
purposeful
purpose



























