purposeful
pur
ˈpɜ:
pose
pəs
pēs
ful
fʊl
fool

Ορισμός και σημασία του "purposeful"στα αγγλικά

purposeful
01

σκόπιμος, αποφασιστικός

having a clear aim or intention 
purposeful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most purposeful
συγκριτικός βαθμός
more purposeful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, intention, action
Παραδείγματα
She walked with purposeful strides, determined to reach her destination. 

Περπατούσε με σκοπιμότητα, αποφασισμένη να φτάσει στον προορισμό της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

purposefully
purposefulness
purposeful
purpose
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store