Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
purposeful
01
σκόπιμος, αποφασιστικός
having a clear aim or intention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most purposeful
συγκριτικός βαθμός
more purposeful
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
purposefully
purposefulness
purposeful
purpose



























