Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to purify
01
καθαρίζω, εξυγιαίνω
to clean and improve the quality of a substance by removing impurities and increasing its concentration
Transitive: to purify a substance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
purify
γ΄ ενικό πρόσωπο
purifies
ενεστώτα μετοχή
purifying
απλός αόριστος
purified
παθητική μετοχή
purified
Παραδείγματα
In the lab, students learn how to purify solvents by distillation in organic chemistry experiments.
Στο εργαστήριο, οι μαθητές μαθαίνουν πώς να καθαρίζουν τους διαλύτες με απόσταξη σε πειράματα οργανικής χημείας.
02
καθαρίζω, εξαγνίζω
to remove guilt, moral flaws, or impurities from someone or something
Transitive: to purify a person or their spirits
Παραδείγματα
The ritual was designed to purify the soul and restore inner peace.
Το τελετουργικό σχεδιάστηκε για να καθαρίσει την ψυχή και να αποκαταστήσει την εσωτερική γαλήνη.
03
καθαρίζω, εξαγνίζω
to undergo a process of becoming free from impurities or morally flawless
Intransitive
Παραδείγματα
Over time, her intentions seemed to purify, becoming selfless and genuine.
Με το πέρασμα του χρόνου, οι προθέσεις της φαίνονταν να καθαρίζουν, γίνοντας ανιδιοτελείς και γνήσιες.



























