Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Puppy
Παραδείγματα
The children giggled as the puppy clumsily explored its new surroundings.
Τα παιδιά γέλασαν καθώς το κουτάβι εξερευνούσε αδέξια το νέο του περιβάλλον.
1.1
αρχάριος, νεοφώτιστος
a young or inexperienced individual, often lacking skill or maturity
Παραδείγματα
Even a puppy can understand the basics of coding.
Ένα κουτάβι μπορεί ακόμη και να κατανοήσει τα βασικά της προγραμματισμού.
02
κουτάβι, σκυλάκι
something that is considered cute, small, or endearing
Παραδείγματα
I could n't resist the puppy-like charm of the new gadget.
Δεν μπορούσα να αντισταθώ στο κουταβάκι γλυκό της νέας συσκευής.
Λεξικό Δέντρο
puppyish
puppylike
puppy



























