Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Puppetry
01
τεχνητή σκιαμαχία, τέχνη της μαριονέτας
the art of manipulating puppets to tell stories, entertain, or convey messages in performances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
τεχνητή σκιαμαχία, τέχνη του θεάτρου σκιών
the art of making puppets and presenting puppet shows
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
puppetry
puppet



























