punishable
punishable
'pʌnɪʃəbəl
panishēbēl
publishable

Ορισμός και σημασία του "punishable"στα αγγλικά

punishable
01

τιμωρητέος, επιβάλλεται ποινή

deserving of punishment under the law or established rules 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, justice, rules
Παραδείγματα
Stealing is punishable by imprisonment or fines, depending on the severity of the offense. 

Η κλοπή είναι τιμωρήσιμη με φυλάκιση ή πρόστιμα, ανάλογα με τη βαρύτητα του αδικήματος.

02

τιμωρητός, υπόκειται σε ποινή

capable of being punished under the law 
Παραδείγματα
Stealing is punishable. 

Η κλοπή είναι τιμωρήσιμη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

punishable
punish
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store