Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
punishable
01
τιμωρητέος, επιβάλλεται ποινή
deserving of punishment under the law or established rules
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Copyright infringement is punishable through fines and legal action from the copyright holder.
Η παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων είναι τιμωρητέα με πρόστιμα και νομικές ενέργειες από τον κάτοχο των πνευματικών δικαιωμάτων.
02
τιμωρητός, υπόκειται σε ποινή
capable of being punished under the law
Παραδείγματα
Authorities clarified which actions are legally punishable and the severity of the corresponding penalties.
Οι αρχές διευκρίνισαν ποιες ενέργειες είναι νομικάτιμωρητέες και τη σοβαρότητα των αντίστοιχων ποινών.
Λεξικό Δέντρο
punishable
punish



























