Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
punishable
01
τιμωρητέος, επιβάλλεται ποινή
deserving of punishment under the law or established rules
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Stealing is punishable by imprisonment or fines, depending on the severity of the offense.
Η κλοπή είναι τιμωρήσιμη με φυλάκιση ή πρόστιμα, ανάλογα με τη βαρύτητα του αδικήματος.
02
τιμωρητός, υπόκειται σε ποινή
capable of being punished under the law
Παραδείγματα
Stealing is punishable.
Η κλοπή είναι τιμωρήσιμη.
Λεξικό Δέντρο
punishable
punish



























