pundit
pun
ˈpʌn
pan
dit
dɪt
dit

Ορισμός και σημασία του "pundit"στα αγγλικά

01

ειδικός, εμπειρογνώμονας

a person who knows a lot about a particular subject and is often asked to share their opinion on the matter in public 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pundits
Παραδείγματα
She earned the title of a cultural pundit due to her expertise in art and history, sharing her knowledge in books and lectures. 

Κέρδισε τον τίτλο του πολιτιστικού ειδικού λόγω της εμπειρογνωμοσύνης της στην τέχνη και την ιστορία, μοιράζοντας τις γνώσεις της σε βιβλία και διαλέξεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store