Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
banded
01
δακτυλιωμένος, σημειωμένος με ταινία
identified with a band especially around a leg
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most banded
συγκριτικός βαθμός
more banded
διαβαθμίσιμο
02
ζωνούμενος, χαρακτηρίζεται από μια ζώνη ειδικά λευκή γύρω από το σώμα
characterized by a band of especially white around the body
Παραδείγματα
The banded socks she wore had colorful stripes that matched her outfit perfectly.
Οι ριγέ κάλτσες που φορούσε είχαν πολύχρωμες ρίγες που ταίριαζαν τέλεια με το ντύσιμό της.
Λεξικό Δέντρο
unbanded
banded
band



























