Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bandit
01
ληστής, κακοποιός
a robber who attacks travelers and is a member of a group of robbers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
banditti
Παραδείγματα
The bandit gang was notorious for their daring heists and escapes from law enforcement.
Η συμμορία των ληστών ήταν διαβόητη για τις τολμηρές ληστείες και τις αποδράσεις της από τις αρχές.
Λεξικό Δέντρο
banditry
bandit



























