Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bandage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bandages
Παραδείγματα
She wrapped a bandage around the cut on her finger to protect it from infection.
Τύλιξε ένα επίδεσμο γύρω από την πληγή στο δάχτυλό της για να το προστατεύσει από τη μόλυνση.
to bandage
01
επιδένω, περιδένω
to cover a wound or part of the body with a piece of cloth for protection
Transitive: to bandage a wound or part of the body
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bandage
γ΄ ενικό πρόσωπο
bandages
ενεστώτα μετοχή
bandaging
απλός αόριστος
bandaged
παθητική μετοχή
bandaged
Παραδείγματα
After cleaning the cut, she carefully bandaged the wound to prevent infection.
Αφού καθάρισε την πληγή, επέδεισε προσεκτικά την πληγή για να αποφύγει τη μόλυνση.



























