bandage
ban
ˈbæn
bān
dage
dɪʤ
dij
bondage

Ορισμός και σημασία του "bandage"στα αγγλικά

01

επίδεσμος, βιντελίκι

a piece of cloth that is put around a wound to prevent infections 
bandage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bandages
Παραδείγματα
She wrapped a bandage around the cut on her finger to protect it from infection. 

Τύλιξε ένα επίδεσμο γύρω από την πληγή στο δάχτυλό της για να το προστατεύσει από τη μόλυνση.

to bandage
01

επιδένω, περιδένω

to cover a wound or part of the body with a piece of cloth for protection 
Transitive: to bandage a wound or part of the body
to bandage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bandage
γ΄ ενικό πρόσωπο
bandages
ενεστώτα μετοχή
bandaging
απλός αόριστος
bandaged
παθητική μετοχή
bandaged
Παραδείγματα
After cleaning the cut, she carefully bandaged the wound to prevent infection. 

Αφού καθάρισε την πληγή, επέδεισε προσεκτικά την πληγή για να αποφύγει τη μόλυνση.

Λεξικό Δέντρο

bandage
band
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store