Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to punctuate
01
στίξη
to use punctuation marks in a text in order to make it more understandable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
punctuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
punctuates
ενεστώτα μετοχή
punctuating
απλός αόριστος
punctuated
παθητική μετοχή
punctuated
Παραδείγματα
When you write an essay, it is important to punctuate your sentences correctly to ensure that your ideas are clearly communicated.
Όταν γράφετε ένα δοκίμιο, είναι σημαντικό να στίζετε σωστά τις προτάσεις σας για να διασφαλίσετε ότι οι ιδέες σας επικοινωνούν με σαφήνεια.
02
διακόπτω, διακόπτω
to interrupt or break up an activity, event, or sequence at intervals
Παραδείγματα
Laughter punctuated the otherwise serious meeting.
Το γέλιο διέκοψε την αλλιώς σοβαρή συνάντηση.
03
τονίζω, επισημαίνω
to emphasize or mark something as important
Παραδείγματα
The teacher punctuated the key points of the lesson.
Ο δάσκαλος τονίστηκε τα βασικά σημεία του μαθήματος.
Λεξικό Δέντρο
punctuation
punctuate



























