Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Punching bag
01
σακί πυγμαχίας, ποντζακ
a hanging stuffed bag that is often used for practicing punching and striking techniques in boxing and martial arts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
punching bags
Παραδείγματα
The boxer spent hours training with the punching bag to perfect his jabs and hooks.
Ο πυγμάχος πέρασε ώρες προπονούμενος με την σακούλα πυγμαχίας για να τελειοποιήσει τις μπουνιές και τα γαντιά του.
02
αποδιοπομπαίος τράγος, σακί του μποξ
a person who is the target of another's anger or frustration
Παραδείγματα
He became the office punching bag for his manager's complaints.
Έγινε η πυγμαχική σάκος του γραφείου για τα παράπονα του διευθυντή του.



























