Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pulchritude
01
ομορφιά, σωματική γοητεία
physical beauty or attractiveness, often characterized by aesthetically pleasing features, especially that of a woman
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The painting captured the pulchritude of the landscape, with vibrant colors and exquisite detail bringing out its natural beauty.
Ο πίνακας κατέγραψε την ομορφιά του τοπίου, με ζωηρά χρώματα και εξαιρετικές λεπτομέρειες που αναδεικνύουν τη φυσική του ομορφιά.
Λεξικό Δέντρο
pulchritudinous
pulchritude



























