puerility
puerility
pjʊərɪlɪləti
pyuerililēti

Ορισμός και σημασία του "puerility"στα αγγλικά

01

παιδική ηλικία, παιδαριώδης συμπεριφορά

the state of a child between infancy and adolescence 
puerility definition and meaning
02

παιδικότητα, νηπιοσύνη

a property characteristic of a child 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
puerilities

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store