Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ban
01
απαγορεύω, αποκλείω
to officially forbid a particular action, item, or practice
Transitive: to ban an action or practice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ban
γ΄ ενικό πρόσωπο
bans
ενεστώτα μετοχή
banning
απλός αόριστος
banned
παθητική μετοχή
banned
Παραδείγματα
Certain fishing practices were banned to protect endangered marine species.
Ορισμένες αλιευτικές πρακτικές απαγορεύτηκαν για να προστατευθούν τα απειλούμενα θαλάσσια είδη.
02
απαγορεύω, αποκλείω
to impose a restriction or prohibition on use or distribution of certain items
Transitive: to ban an item
Παραδείγματα
The concert venue banned outside food and beverages to maintain cleanliness and profitability.
Ο χώρος συναυλιών απαγόρευσε εξωτερικά τρόφιμα και ποτά για να διατηρήσει την καθαριότητα και την κερδοφορία.
03
απαγορεύω, αποκλείω
to officially prevent someone from engaging in a particular activity, behavior, or action
Transitive: to ban sb from a place
Παραδείγματα
The troublemaker was banned from the shopping mall after repeatedly causing disturbances.
Ο ταραχοποιός απαγορεύτηκε από το εμπορικό κέντρο μετά από επαναλαμβανόμενες διαταραχές.
Ban
01
απαγόρευση
an official rule that prohibits someone from certain activities, behaviors, or goods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bans
Παραδείγματα
The government announced a ban on single-use plastic bags to reduce environmental pollution.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε μια απαγόρευση των πλαστικών σακουλών μίας χρήσης για τη μείωση της περιβαλλοντικής ρύπανσης.
02
απαγόρευση, εξορία
an official prohibition preventing a person from joining, entering, or taking part in an organization, country, or activity
Παραδείγματα
The diplomat faced a ban from entering the country.
Ο διπλωμάτης αντιμετώπισε μια απαγόρευση εισόδου στη χώρα.
BAN
01
πτυχίο νοσηλευτικής, πτυχίο πτυχίο νοσηλευτικής
an undergraduate degree in nursing
Παραδείγματα
She earned a BAN before starting work at the hospital.
Κέρδισε ένα BAN πριν ξεκινήσει να εργάζεται στο νοσοκομείο.
Λεξικό Δέντρο
banned
banning
ban



























