Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pudding
01
πουτίγκα, γλυκό κρεμώδες πιάτο
a sweet creamy dish made with milk, sugar, and flour, served cold as a dessert
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The pudding was topped with whipped cream and a sprinkle of cinnamon.
Το πουτίγκα ήταν σκεπασμένο με σαντιγί και πασπαλίζοντας κανέλα.
Παραδείγματα
Christmas pudding is a traditional British dessert.
Το χριστουγεννιάτικο πουτίγκα είναι ένα παραδοσιακό βρετανικό επιδόρπιο.
03
μαλακός, αδύναμος
a person considered soft, weak, or silly
disapproving
informal
Παραδείγματα
Do n't be a pudding — take some risks.
Μην είσαι πουτίγκα—πάρτε μερικά ρίσκα.
04
μαύρο πουτίγκα, πουτίγκα
a soft, thick, unsweetened dish, usually baked
Παραδείγματα
The recipe includes a savory pudding with vegetables.
Η συνταγή περιλαμβάνει ένα αλμυρό πουτίγκα με λαχανικά.



























