Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pseudo
Παραδείγματα
He was seen as a pseudo by his peers for claiming expertise in areas he had little knowledge of.
Θεωρήθηκε ως ψεύτικος από τους συνομηλίκους του γιατί ισχυρίστηκε ότι είναι ειδικός σε τομείς που γνώριζε ελάχιστα.
pseudo-
01
ψευδο-, ψεύτικο-
used to describe something that is fake or pretending to be something it is not
Παραδείγματα
The film had a pseudo-documentary format, blending fiction and reality.
Η ταινία είχε μια ψευδο-ντοκιμαντέρ μορφή, συνδυάζοντας φαντασία και πραγματικότητα.



























