Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prune
01
ξηρό δαμάσκηνο, αποξηραμένο δαμάσκηνο
a dried plum, often eaten as a snack or used in cooking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prunes
Παραδείγματα
She enjoys eating prunes as a quick and nutritious energy boost.
Απολαμβάνει να τρώει ξηρά δαμάσκηνα ως μια γρήγορη και θρεπτική ώθηση ενέργειας.
to prune
01
κλαδεύω, περικόπτω
to cut off top part or some branches of trees, bushes, or other plants to help them grow faster
Transitive: to prune plants
Παραδείγματα
He prunes the grapevines in the vineyard to remove excess growth and improve grape quality.
Κουρεύει τις αμπέλες στον αμπελώνα για να αφαιρέσει την υπερβολική ανάπτυξη και να βελτιώσει την ποιότητα των σταφυλιών.
02
κλαδεύω, αφαιρώ
to eliminate unnecessary or undesirable parts from something
Transitive: to prune unnecessary parts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prune
γ΄ ενικό πρόσωπο
prunes
ενεστώτα μετοχή
pruning
απλός αόριστος
pruned
παθητική μετοχή
pruned
Παραδείγματα
The developer pruned obsolete code from the program to enhance its efficiency.
Ο προγραμματιστής κούρεψε τον απαρχαιωμένο κώδικα από το πρόγραμμα για να βελτιώσει την αποτελεσματικότητά του.



























