Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
provocatively
01
προκλητικά, με προκλητικό τρόπο
in a way that deliberately causes anger, offense, or a strong emotional reaction
Παραδείγματα
She smiled provocatively during the heated argument.
Χαμογέλασε προκλητικά κατά τη διάρκεια του έντονου διαλόγου.
02
προκλητικά, με τρόπο που προκαλεί
in a way that stimulates thought or discussion about challenging or important topics
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The film addressed social inequality provocatively, making viewers reconsider their beliefs.
Η ταινία ανέλυσε την κοινωνική ανισότητα με προκλητικό τρόπο, κάνοντας τους θεατές να επανεξετάσουν τις πεποιθήσεις τους.
03
προκλητικά, με προκλητικό τρόπο
in a manner intended to attract sexual attention or arouse desire
Παραδείγματα
She dressed provocatively for the party.
Ντύθηκε προκλητικά για το πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
provocatively
provocative
vocative



























